πίστις
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πίστις < αρχαία ελληνική πίστις
Ουσιαστικό [
]
πίστις θηλυκό
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- πίστις < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
πίστις θηλυκό
- πίστη
- Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων. (Ἀποστόλου Παύλου, Πρὸς Ἑβραίους, 11:1)