πίτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίτα | πίτες |
| γενική | πίτας | πιτών |
| αιτιατική | πίτα | πίτες |
| κλητική | πίτα | πίτες |
Ετυμολογία [
]
- πίτα < μεσαιωνική ελληνική πίτα < ιταλική pitta < λατινική picta, θηλυκό του pictus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος pingo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peyk-
- Η ετυμολόγηση από την αρχαία ελληνική πίττα/πίσσα μάλλον είναι άτοπη
Ουσιαστικό [
]
πίτα θηλυκό
- (γαστρονομία) είδος φαγητού ή γλυκού με φύλλο ζύμης (ή χωρίς αυτό) ψημένου στο φούρνο
- (γαστρονομία) είδος ψωμιού (συνήθως πεπλατυσμένου και στρογγυλού) χωρίς μαγιά ή προζύμι
- παράγγειλέ μου μια πίτα με γύρο!
- (μεταφορικά) κάποιο σύνολο που πρέπει να μοιραστεί
- Μάχη ιδιωτών για την πίτα €1,5 δισ. της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (*)
- γράφημα κυκλικού σχήματος που δείχνει την επί τοις εκατό κατανομή ενός συνόλου σε μερίδια
- κηρήθρα
[
]
- βασιλόπιτα
- γαλατόπιτα
- ζαμπονόπιτα
- ζαμπονοτυρόπιτα
- καρυδόπιτα
- κολοκυθόπιτα
- κρεατόπιτα
- κρεμμυδόπιτα
- λαχανόπιτα
- μανιταρόπιτα
- μελόπιτα
- μηλόπιτα
- πιτάκι
- πιτόγυρο
- πιτούλα
- πρασόπιτα
- σοκολατόπιτα
- σπανακόπιτα
- τσουκνιδόπιτα
- τυρόπιτα
- χορτόπιτα
- χυλόπιτα
Δείτε επίσης [
]
Έκφραση [
]
- από πίτα που δεν τρως τι σε μέλει κι αν καεί: μην ασχολείσαι με αλλότριες υποθέσεις
- είμαι/γίνομαι πίτα: καταναλώνω/έχω καταναλώσει μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή ναρκωτικών
- κάνω (κάποιον) πίτα: καταπλακώνω κάποιον ή (μεταφορικά) τον εκμηδενίζω, τον εξουθενώνω, τον λιώνω
- και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο: θέλω να πετύχω το μέγιστο κέρδος χωρίς να θυσιάσω τίποτα
- πέσε, πίτα, να σε φάω: από τεμπελιά περιμένω κάτι να μου το ετοιμάσουν άλλοι