πίτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίτα | πίτες |
| γενική | πίτας | πιτών |
| αιτιατική | πίτα | πίτες |
| κλητική | πίτα | πίτες |
[
]
Ετυμολογία
- πίτα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πίτα θηλυκό