πίτσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίτσα | πίτσες |
| γενική | πίτσας | |
| αιτιατική | πίτσα | πίτσες |
| κλητική | πίτσα | πίτσες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πίτσα θηλυκό
- στρώμα ζύμης, συνήθως στρογγυλό, με διάφορα υλικά από πάνω, όπως τυρί, ντομάτα, ζαμπόν, μανιτάρια κ.λπ. ή ό,τι άλλο επιθυμείται, το οποίο ψήνεται στο φούρνο