παίρνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παίρνω < μεσαιωνική ελληνική επαίρνω < ἐπαίρω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
παίρνω
- κινώ τα χέρια μου, ώστε να κρατάω ένα αντικείμενο που δεν κρατούσα, αρπάζω ή πιάνω κάτι
- είναι καλό παιδί, παίρνει το σκουπίδι από το πάτωμα και το πετά στο καλάθι απορριμάτων
- αποκτώ κάτι από κάποιον, το κατέχω
- γιατί παίρνεις πάντα λαχανικά από το σουπερμάρκετ και όχι από τη λαϊκή;
- παίρνω τρεις βδομάδες άδεια το χρόνο ενώ ο φίλος μου ένα μήνα
- λαμβάνω, γίνομαι παραλήπτης κάποιου πράγματος
- παίρνει γράμμα από το στρατευμένο της αδερφό κάθε 2-3 μέρες
- φέρνω, έχω κοντά μου όταν πάω κάπου
- είναι λίγο ιδιόρρυθμος τύπος... πχ. παίρνει το σκύλο μαζί του και στο γραφείο
- προσλαμβάνω κάποιον για εργασία
- ποιος θα με πάρει για τη θέση χωρίς να έχω επαγγελματική εμπειρία;
- (για φάρμακο) καταπίνω, καταναλώνω
- ο πατέρας μου παίρνει 5-6 χάπια κάθε μέρα, δεν ξέρω πως τα καταφέρει έτσι
- αντιλαμβάνομαι ή αντιμετωπίζω κάτι με ορισμένο τρόπο
- παίρνει στα σοβαρά τις σπουδές της
- μην το πάρεις προσωπικά, αλλά...
- υλοποιώ, πραγματοποιώ
- η κυβέρνηση θα πάρει πιο τολμηρά μέτρα για τη μείωση της εγκληματικότητας
Εκφράσεις [
]
- παίρνω θέση: αποφασίζω για κάποιο θέμα, σχηματίζω γνώμη
- τα άλλα μέλη της ομάδας ψήφισαν κιόλας, και ακόμη να πάρει θέση ο Α.
- παίρνω την πρωτοβουλία: κάνω το πρώτο βήμα, κάνω μια κίνηση χωρίς να περιμένω έγκριση από κάποιον
- τα παιδιά της δ' τάξης πήραν την πρωτοβουλία να στείλουν επιστολή στο δήμαρχο
- με παίρνει ο ύπνος: αποκοιμάμαι
- παρόλο που πέρασε μια πολύ κουραστική μέρα, εκείνο το βράδυ δεν τον πήρε ο ύπνος
- παίρνω στο τηλέφωνο: κάνω κλήση, τηλεφωνώ
- κάθε μέρα τον παίρνει στο τηλέφωνο -- στις 8 το πρωί -- απλώς για να ακούει τη φωνή του
- παίρνω μπρος: (για μηχανή ή συσκευή) ανοίγω, ξεκινώ
- κάτι χάλασε στο μηχανισμό και το αυτοκίνητο δεν παίρνει μπρος.
- τα παίρνω πίσω: αναιρώ κάτι που είπα, το ακυρώνω
- τα παίρνει πίσω η αντιπολίτευση, δεν θα υποστηρίξει το νομοσχέδιο
- παίρνω φόρα:
- απομακρύνομαι από κάτι για να μπορέσω να επιταχύνω προς αυτό
- Για να πηδήξω ψηλά, πρέπει να πάρω φόρα.
- (μεταφορικά) αποκτώ έντονη παρόρμηση επειδή πέτυχα διάφορους στόχους μου
- Ο μαθητής πήρε φόρα, τελευταία όλα τα γραπτά του είναι άριστα.
- απομακρύνομαι από κάτι για να μπορέσω να επιταχύνω προς αυτό
- να πάρει ! (η ευχή / ο διάολος): χρησιμοποιείται για να δείξει θυμό, αγανάκτηση ή απογοήτευση για κάτι που δεν έγινε όπως θα θέλαμε
- τα παίρνω (στο κρανίο): εκνευρίζομαι, θυμώνω
- Να μην ακούω τέτοια γιατί θα τα πάρω!
- παίρνω είδηση / χαμπάρι: αντιλαμβάνομαι το ότι συνέβη κάτι
- Να βρεις μια καλή κρυψώνα για να μην σε πάρει χαμπάρι.
- παίρνω σβάρνα
- παίρνω τοις μετρητοίς