παγίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παγίδα | παγίδες |
| γενική | παγίδας | παγίδων |
| αιτιατική | παγίδα | παγίδες |
| κλητική | παγίδα | παγίδες |
[
]
Ετυμολογία
- παγίδα < αρχαία ελληνική παγίς, -ίδος < πάγη, θηρευτικό δίχτυ < πήγνυμι, πήζω
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
παγίδα θηλυκό
- συσκευή που χρησιμεύει στη σύλληψη (και ενίοτε τη θανάτωση) ζώων, κρατώντας τα σε ένα κελλί ή συγκρατώντας μέρος του σώματός τους
- κάτι (αντικείμενο, σχέδιο, κλπ.) που εξαπατά κάποιον τραβώντας την προσοχή του