παγανισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παγανισμός παγανισμοί
γενική παγανισμού παγανισμών
αιτιατική παγανισμό παγανισμούς
κλητική παγανισμέ παγανισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παγανισμός < γαλλική paganisme < υστερολατινική paganismus < λατινική paganus (άνθρωπος της υπαίθρου, αγρότης) < pagus (ύπαιθρος) < pango < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peh₂g-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παγανισμός αρσενικό

  • η ειδωλολατρία, που συνδέεται με τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, όταν η πίστη στις προχριστιανικές θρησκείες είχε περιοριστεί στους αγροτικούς πληθυσμούς.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

  • Στην αρχαία Ρώμη, χρησιμοποιούσαν αυτήν την λέξη για όσους ζούσαν έξω από την Ρώμη, στην επαρχία και αργότερα, όταν άρχισε να ανθίζει ο Χριστιανισμός, την χρησιμοποιούσαν για αυτούς που εξακολουθούσαν να πιστεύουν στους αρχαίους θεούς

32πχ Μεταφράσεις[]