παγκόσμιος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παγκόσμιος < ελληνιστική κοινή < παν- + -κόσμιος (< κόσμος)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /paŋ.ˈgɔ.zmi.ɔs/
[
]
Επίθετο
παγκόσμιος, -α, -ο
- που αναφέρεται ή ανήκει ή εμφανίζεται σε ολόκληρο τη γη
[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
Πολυλεκτικοί Όροι
[
]
[
]
Μεταφράσεις
παγκόσμιος
[
]
Ουσιαστικό
παγκόσμιος αρσενικό
- η Τουρκία κράτησε ουδετερότητα στο Β΄ Παγκόσμιο