παγοπώλης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παγοπώλης παγοπώλες
& παγοπώληδες
γενική παγοπώλη παγοπωλών
& παγοπώληδων
αιτιατική παγοπώλη παγοπώλες
& παγοπώληδες
κλητική παγοπώλη παγοπώλες
& παγοπώληδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παγοπώλης < πάγος + -πώλης (< πωλώ)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παγοπώλης αρσενικό, παγοπώλισσα θηλυκό

  • ο πωλητής πάγου, ένα επάγγελμα που εξαφανίστηκε μετά τη διάδοση των ηλεκτρικών ψυγείων

32πχ Μεταφράσεις[]