παγωτό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παγωτό παγωτά
γενική παγωτού παγωτών
αιτιατική παγωτό παγωτά
κλητική παγωτό παγωτά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παγωτό < παγ- (< πήγνυμι) + (παραγωγική κατάληξη) -ωτό (ουδέτερο της κατάληξης -ωτός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.ɣɔ.ˈtɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παγωτό

παγωτό ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]