παθητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παθητικός < αρχαία ελληνική παθητικός < πάσχω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

παθητικός

  1. που είναι γεμάτος πάθος
    παθητική μουσική υπόκρουση
  2. που δέχεται εξωτερικά γεγονότα, πιέσεις κλπ χωρίς να αντιδρά
    η παθητική στάση αυτού του ανθρώπου με εκνευρίζει
  3. (γραμματική) για ρηματικό τύπο που δείχνει ότι το υποκείμενο δέχεται ενέργεια, παθαίνει κάτι
    ρήματα παθητικής διάθεσης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]