παθητικός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παθητικός < αρχαία ελληνική παθητικός < πάσχω
Επίθετο [
]
παθητικός
- που είναι γεμάτος πάθος
- παθητική μουσική υπόκρουση
- που δέχεται εξωτερικά γεγονότα, πιέσεις κλπ χωρίς να αντιδρά
- η παθητική στάση αυτού του ανθρώπου με εκνευρίζει
- (γραμματική) για ρηματικό τύπο που δείχνει ότι το υποκείμενο δέχεται ενέργεια, παθαίνει κάτι
- ρήματα παθητικής διάθεσης