παιδαριώδης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός
ονομαστική παιδαριώδης παιδαριώδης παιδαριώδες
γενική παιδαριώδους παιδαριώδους παιδαριώδους
αιτιατική παιδαριώδη παιδαριώδη παιδαριώδες
κλητική παιδαριώδη(ς) παιδαριώδης παιδαριώδες
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παιδαριώδεις παιδαριώδεις παιδαριώδη
γενική παιδαριωδών παιδαριωδών παιδαριωδών
αιτιατική παιδαριώδεις παιδαριώδεις παιδαριώδη
κλητική παιδαριώδεις παιδαριώδεις παιδαριώδη

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

παιδαριώδης < αρχαία ελληνική παιδαριώδης

[] Open book 01.svg Επίθετο

παιδαριώδης -ης -ες

  • (υποτιμητικά) λέγεται για ενέργεια ή το αποτέλεσμα μιας εργασίας που δεν διαθέτει ωριμότητα ή τεχνική αρτιότητα, σαν να έγινε από κάποιο παιδί
παιδαριώδεις πράξεις, παιδαριώδης άποψη
το σχέδιο του μηχανικού ήταν παιδαριώδες


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες