παιχνιδιάρης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική παιχνιδιάρης παιχνιδιάρα παιχνιδιάρικο
γενική παιχνιδιάρη παιχνιδιάρας παιχνιδιάρικου
αιτιατική παιχνιδιάρη παιχνιδιάρα παιχνιδιάρικο
κλητική παιχνιδιάρη παιχνιδιάρα παιχνιδιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παιχνιδιάρηδες παιχνιδιάρες παιχνιδιάρικα
γενική παιχνιδιάρηδων (παιχνιδιάρων) παιχνιδιάρικων
αιτιατική παιχνιδιάρηδες παιχνιδιάρες παιχνιδιάρικα
κλητική παιχνιδιάρηδες παιχνιδιάρες παιχνιδιάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παιχνιδιάρης < παιγνίδι (> παιχνίδι) + -ιάρης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pɛ.xni.ˈðʝa.ɾis/

Open book 01.svg Επίθετο[]

παιχνιδιάρης, -α, -ικο

  1. που του αρέσει να παίζει
    παιχνιδιάρικο γατί
  2. που του αρέσει να αστειεύεται ή να χαριεντίζεται με φιλική ή ερωτική διάθεση

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]


32πχ Μεταφράσεις[]