παλάτι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παλάτι | παλάτια |
| γενική | παλατιού | παλατιών |
| αιτιατική | παλάτι | παλάτια |
| κλητική | παλάτι | παλάτια |
Ετυμολογία [
]
- παλάτι < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
παλάτι
- το ανάκτορο, το οίκημα όπου διαμένει ένας βασιλιάς, ένας ηγεμόνας
- το κέντρο εξουσίας που διαμορφώνεται από τον ίδιο το βασιλιά καθώς και τον περίγυρό του
- (μεταφορικά) ένα πολύ όμορφο ή/και πολυτελές σπίτι