παλέτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παλέτα | παλέτες |
| γενική | παλέτας | παλετών |
| αιτιατική | παλέτα | παλέτες |
| κλητική | παλέτα | παλέτες |
[
]
Ετυμολογία
- παλέτα < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
παλέτα θηλυκό
- εργαλείο ζωγράφου που αποτελείται από μία επιφάνεια, συνήθως σχήματος ωοειδούς, με τρύπα στην οποία περνιέται ο αντίχειρας και στην οποία ο ζωγράφος τοποθετεί διάφορα χρώματα για να τα χρησιμοποιεί εύκολα όταν ζωγραφίζει
- βάση για τοποθέτηση αντικειμένων η οποία έχει κενό από κάτω ώστε να μπορούν να τοποθετηθούν τα πηρούνια ανάλογου μηχανήματος για να μετακινείται
- (κατ' επέκταση) ποσότητα υλικού που μπορεί να τοποθετηθεί σε μία παλέτα (2)
- (πληροφορική) ομάδα χρωμάτων τα οποία χρησιμοποιούνται σε μία εικόνα
[
]
Δείτε επίσης
- παλέτα χρωμάτων στη Βικιπαίδεια

[
]
Συνώνυμα
[
]
Αντώνυμα
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Πολυλεκτικοί Όροι
[
]
Μεταφράσεις
παλέτα