παλίμψηστος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παλίμψηστος < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Επίθετο
παλίμψηστος
νέα εγγραφή ενός κειμένου, επί ενός παλαιοτέρου,διά χειρός, συνήθης πρακτική κατά τον Μεσαίωνα, προ της ανακαλύψεως της τυπογραφίας π.χ.:παλίμψηστον του Αρχιμίδους
[
]
Μεταφράσεις
παλίμψηστος