παλαιοντολογία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παλαιοντολογία | παλαιοντολογίες |
| γενική | παλαιοντολογίας | παλαιοντολογιών |
| αιτιατική | παλαιοντολογία | παλαιοντολογίες |
| κλητική | παλαιοντολογία | παλαιοντολογίες |
[
]
Ετυμολογία
- παλαιοντολογία < γαλλική paléontologie
[
]
Ουσιαστικό
παλαιοντολογία θηλυκό
- επιστημονικός κλάδος που μελετά την ιστορία της εμφάνισης και της ανάπτυξης της ζωής στη Γη, ειδικά μέσω της μελέτης των απολιθωμάτων
[
]
Δείτε επίσης
- παλαιοντολογία στη Βικιπαίδεια

[
]
[
]
Μεταφράσεις
παλαιοντολογία