παλιόφιλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παλιόφιλος < παλιο- + φίλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

παλιόφιλος αρσενικό

  • ένας φίλος από τα παλιά, κάποιος που συνδέεται με άλλο άτομο με μακρόχρονη στενή φιλία

32πχ Μεταφράσεις []