παλμογράφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παλμογράφος παλμογράφοι
γενική παλμογράφου παλμογράφων
αιτιατική παλμογράφο παλμογράφους
κλητική παλμογράφε παλμογράφοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παλμογράφος < → Η ετυμολογία λείπει.
φορητός αναλογικός παλμογράφος (1) της δεκαετίας του 1970

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παλμογράφος αρσενικό (πληθυντικός : παλμογράφοι)

  1. επιστημονικό όργανο για τη μελέτη και απεικόνιση σε οθόνη φαινομένων με μορφή κύματος
  2. ιατρικό όργανο για την καταγραφή των καρδιακών παλμών


32πχ Μεταφράσεις[]