πανδαισία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πανδαισία | πανδαισίες |
| γενική | πανδαισίας | πανδαισιών |
| αιτιατική | πανδαισία | πανδαισίες |
| κλητική | πανδαισία | πανδαισίες |
[
]
Ετυμολογία
- πανδαισία < αρχαία ελληνική πανδαισία < παν- + δαίς
[
]
Ουσιαστικό
πανδαισία θηλυκό
- πλούσιο γεύμα με μεγάλη ποικιλία φαγητών και γεύσεων
- (μεταφορικά) πλούσια αισθητική εμπειρία και απόλαυση
- πανδαισία χρωμάτων
[
]
Μεταφράσεις
πανδαισία