πανεπιστήμιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πανεπιστήμιο | πανεπιστήμια |
| γενική | πανεπιστημίου | πανεπιστημίων |
| αιτιατική | πανεπιστήμιο | πανεπιστήμια |
| κλητική | πανεπιστήμιο | πανεπιστήμια |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πανεπιστήμιο ουδέτερο
- ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα· υποδιαιρείται σε σχολές όπου διδάσκονται διάφορες επιστήμες. Στην αναφορά σε τίτλο συγκεκριμένου ιδρύματος, αναγράφεται με κεφαλαίο
- έβγαλε πανεπιστήμιο
- (συνεκδοχικά') το κτίριο όπου στεγάζεται το πανεπιστήμιο
- περνάς μπροστά από το Πανεπιστήμιο
- φοίτησε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
- φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συγκεκριμένα στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
[
]
[
]
Μεταφράσεις
πανεπιστήμιο