πανηγύρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανηγύρι πανηγύρια
γενική πανηγυριού πανηγυριών
αιτιατική πανηγύρι πανηγύρια
κλητική πανηγύρι πανηγύρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πανηγύρι < μεσαιωνική ελληνική πανηγύριν < ελληνιστική κοινή πανηγύριον, υποκοριστικό του (αρχαία ελληνική ) πανήγυρις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πανηγύρι

  1. εορτασμός θρησκευτικής γιορτής σε έναν τόπο με φαγητά και χορούς
  2. η εμποροπανήγυρη
  3. (κατ’ επέκταση) εκδήλωση μεγάλης χαράς και ενθουσιαμού
    κάναμε πανηγύρι όταν μάθαμε τα καλά νέα
  4. (μεταφορικά) (συνήθως στον πληθυντικό) τσακωμός, φασαρία
    θα γίνει μεγάλο πανηγύρι (ή θα έχουμε πανηγύρια) αν το μάθει ο πατέρας σου

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]