πανοπλία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πανοπλία | πανοπλίες |
| γενική | πανοπλίας | πανοπλιών |
| αιτιατική | πανοπλία | πανοπλίες |
| κλητική | πανοπλία | πανοπλίες |
Ετυμολογία [
]
- πανοπλία < αρχαία ελληνική πανοπλία
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /pa.nɔ.ˈpli.a/
Ουσιαστικό [
]
πανοπλία θηλυκό
- όλα τα αμυντικά ή επιθετικά όπλα των πολεμιστών σε παλαιότερες εποχές, τα οποία συνήθως περιλάμβαναν περικεφαλαία, θώρακα, κνημίδες, ασπίδα, ξίφος, δόρυ κ.λπ.
- το ένδυμα των πολεμιστών από ανθεκτικό υλικό (κυρίως μέταλλο και δέρμα), που στόχευε στην προστασία από πλήγματα
- (μεταφορικά) οτιδήποτε παρέχει προστασία
Μεταφράσεις [
]
πανοπλία
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- πανοπλία < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
πανοπλία θηλυκό
- ο πλήρης προστατευτικός εξοπλισμός ενός οπλίτη