πανούκλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πανούκλα πανούκλες
γενική πανούκλας πανουκλών
αιτιατική πανούκλα πανούκλες
κλητική πανούκλα πανούκλες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πανούκλα < λατινική panucula < panicula < panus (πρήξιμο, οίδημα)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πανούκλα θηλυκό

  1. Η νόσος πανώλης.
    Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι το αίτιο της πανούκλας είναι το εντεροβακτηρίδιο Yersinia pestis.
  2. Γενικότερα, κάθε θανατηφόρα επιδημία (λοιμός) και -κυρίως- κάθε θανατηφόρα πανδημία.
    Πρέπει να λάβουμε αμέσως υγειονομικά μέτρα αλλιώς θα ξεσπάσει πανούκλα.
  3. (μεταφορικά) Άσχημη ή κακιά γυναίκα.
    Πήγε και παντρεύτηκε μια πανούκλα.
  4. (μεταφορικά) Μεγάλο κακό.
    Η πανούκλα του ναζισμού είχε σκεπάσει την Ευρώπη.

[] Εκφράσεις

  • απ' έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα: για κάτι που έχει (ή παρουσιάζεται με) καλή εξωτερική όψη, ενώ εσωτερικά (ή στην πραγματικότητα) είναι κακό.
Αυτή η ηθοποιός που βλέπεις είναι απ'έξω κούκλα κι από μέσα πανούκλα. Έχει πολύ άσχημο χαρακτήρα.
  • μαύρη πανούκλα: o μαύρος θάνατος. Πανδημία που εξαπλώθηκε σε Ασία και Ευρώπη το χρονικό διάστημα 1330-1350 μ.Χ. περίπου και υπολογίζεται ότι εξόντωσε το 1/3 ως και τα 2/3 του πληθυσμού των περιοχών που πρόσβαλε.
Η μαύρη πανούκλα σκότωσε εκατομμύρια ανθρώπους.

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες