παντρεμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική παντρεμένος παντρεμένη παντρεμένο
γενική παντρεμένου παντρεμένης παντρεμένου
αιτιατική παντρεμένο παντρεμένη παντρεμένο
κλητική παντρεμένε παντρεμένη παντρεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παντρεμένοι παντρεμένες παντρεμένα
γενική παντρεμένων παντρεμένων παντρεμένων
αιτιατική παντρεμένους παντρεμένες παντρεμένα
κλητική παντρεμένοι παντρεμένες παντρεμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παντρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παντρεύομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /paⁿ.dɾɛ.ˈmɛ.nɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /paⁿ.dɾɛ.ˈmɛ.ni/ θηλυκό
ΔΦΑ : /paⁿ.dɾɛ.ˈmɛ.nɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[]

παντρεμένος, -η, -ο ( & ύπανδρος)

  1. που έχει παντρευτεί
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νυμφευμένος, έγγαμος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ανύπαντρος
  2. (μεταφορικά) που δείχνει ιδιαίτερη και αποκλειστική αφοσίωση σε κάτι
    είναι παντρεμένος με τη δουλειά του


32πχ Μεταφράσεις[]