παξιμάδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παξιμάδι παξιμάδια
γενική παξιμαδιού παξιμαδιών
αιτιατική παξιμάδι παξιμάδια
κλητική παξιμάδι παξιμάδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παξιμάδι < μεσαιωνική ελληνική παξιμάδιον < μεταγενέστερη ελληνική παξαμάδιον, υποκοριστικό από το παξαμᾶς < Πάξαμος, αρτοποιός και μάγειρας του 1ου αιώνα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.ksi.ˈma.ði/
δύο ξερά παξιμάδια (1) μέσα σε πιατάκι
εξάγωνο παξιμάδι (2)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παξιμάδι ουδέτερο

  1. κομμάτι ψωμιού που έχει ψηθεί δύο φορές, ώστε να αποβάλλει όλα τα υγρά του και να γίνει σκληρό, για να διατηρείται περισσότερο χρονικό διάστημα
    άφησες έξω το ψωμί και έγινε παξιμάδι
  2. μεταλλικό εξάρτημα που βιδώνει γύρω από μια βίδα και συνδέει αντικείμενα μεταξύ τους
    αυτό το παξιμάδι δεν εφαρμόζει, γιατί δεν ταιριάζουν οι βόλτες του
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: περικόχλιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

  • θέλω βρεγμένο το παξιμάδι: είμαι τεμπέλης
  • κάνω το σκατό μου παξιμάδι: έχω μεγάλη έλλειψη χρημάτων

32πχ Μεταφράσεις[]