παπάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπάρι παπάρια
γενική παπαριού παπαριών
αιτιατική παπάρι παπάρια
κλητική παπάρι παπάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παπάρι < παπάρα + < ιταλική pappara ή τουρκική papara

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παπάρι ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) το ανδρικό μόριο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αρχίδι
  2. ενοχλητικό αντικείμενο

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]