παπλωματάς
Από Βικιλεξικό
|
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες. Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού. |
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παπλωματάς | παπλωματάδες |
| γενική | παπλωματά | παπλωματάδων |
| αιτιατική | παπλωματά | παπλωματάδες |
| κλητική | παπλωματά | παπλωματάδες |
[
]
Ετυμολογία
- παπλωματάς < πάπλωμα
[
]
Ουσιαστικό
παπλωματάς αρσενικό (θηλυκό: παπλωματού)
- Το επάγγελμα του παπλωματά ήταν ένα παλιό επάγγελμα που τείνει να εξαφανιστεί.Κάθε μέρα περνούσε απ τους δρόμους και τα στενά και κτυπούσε τις πόρτες φωνάζοντας:παπλωματάς, παπλωματάς!!!
Και όποιος ήθελε του άνοιγε την πόρτα και έμπαινε. Στη συνέχεια πηγαινε σε έναν μεγάλο χώρο του σπιτιου και έβγαζε το βαμβάκι που είχε μέσα το πάπλωμα και το ΄ξεκάτσιαζε΄. Κατόπιν αφράτο όπως το είχε κάνει , ξαναγέμιζε το πάπλωμα. Στο τέλος έπαιρνε και την αμοιβή του.
[
]
Μεταφράσεις
παπλωματάς