παπλωματάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.


Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παπλωματάς παπλωματάδες
γενική παπλωματά παπλωματάδων
αιτιατική παπλωματά παπλωματάδες
κλητική παπλωματά παπλωματάδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

παπλωματάς < πάπλωμα

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

παπλωματάς αρσενικό (θηλυκό: παπλωματού)

  1. Το επάγγελμα του παπλωματά ήταν ένα παλιό επάγγελμα που τείνει να εξαφανιστεί.Κάθε μέρα περνούσε απ τους δρόμους και τα στενά και κτυπούσε τις πόρτες φωνάζοντας:παπλωματάς, παπλωματάς!!!

Και όποιος ήθελε του άνοιγε την πόρτα και έμπαινε. Στη συνέχεια πηγαινε σε έναν μεγάλο χώρο του σπιτιου και έβγαζε το βαμβάκι που είχε μέσα το πάπλωμα και το ΄ξεκάτσιαζε΄. Κατόπιν αφράτο όπως το είχε κάνει , ξαναγέμιζε το πάπλωμα. Στο τέλος έπαιρνε και την αμοιβή του.


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη