παπουτσής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παπουτσής < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
παπουτσής αρσενικό
- ο τεχνίτης που φτιάχνει παπούτσια