παράβαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παράβαση < λέξη της μεταγενέστερης ελληνικής παράβασις
[
]
Ουσιαστικό
παράβαση
- η ενέργεια με την οποία παραβαίνω ένα νόμο ή κανονισμό ή όρο συμφωνίας
- τροχαία παράβαση, αγορανομικές παραβάσεις
- τμήμα της αρχαίας κωμωδίας στο οποίο ο χορός απευθύνεται άμεσα στο κοινό
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
παράβαση