παράδεισος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράδεισος παράδεισοι
γενική παραδείσου παραδείσων
αιτιατική παράδεισο παραδείσους
κλητική παράδεισε παράδεισοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παράδεισος < αρχαία ελληνική παράδεισος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.ði.sɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παράδεισος αρσενικό (& (ιδιωματικό) θηλυκό)

  1. (θρησκεία) σύμφωνα με μερικές θρησκείες, ο αιώνιος τόπος γαλήνης και ευτυχίας, όπου πηγαίνουν οι ψυχές των ανθρώπων, όταν αυτοί πεθάνουν
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: παράδεισο, Εδέμ
  2. (κατ’ επέκταση) τόπος μαγευτικός, πάρα πολύ όμορφος, ονειρεμένος
    αυτό το νησί είναι ένας πραγματικός παράδεισος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση
Ενικός
Δυικός
Πληθυντικός
Ονομαστική παράδεισος παραδείσω παράδεισοι
Γενική παραδείσου παραδείσοιν παραδείσων
Δοτική παραδείσ παραδείσοιν παραδείσοις
Αιτιατική παράδεισον παραδείσω παραδείσους
Κλητική παράδεισε παραδείσω παράδεισοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παράδεισος < αβεστική/παλαιοπερσική 𐬞𐬀𐬌𐬭𐬌𐬸𐬛𐬀𐬉𐬰𐬀 (pairi.daēza=περίβολος, περίκλειστος χώρος) < 𐬞𐬀𐬌𐬭𐬌 (pairi=περί) + 𐬛𐬀𐬉𐬰𐬀 (daēza=τοίχος”) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dheig (μπήγω, στερεώνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παράδεισος αρσενικό (& παράδισος)

  1. περίφρακτος κατάφυτος λειμώνας (αρχικά Πέρση άρχοντα) με άγρια ζώα για κυνήγι
  2. (θρησκεία) κήπος της Εδέμ