παράδοση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παράδοση παραδόσεις
γενική παράδοσης
& παραδόσεως
παραδόσεων
αιτιατική παράδοση παραδόσεις
κλητική παράδοση παραδόσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

παράδοση < παραδίδω < παρά+δίδω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.ðɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

παράδοση θηλυκό

  1. το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο
    Το δέμα μάς ήρθε με παράδοση κατ`οίκον.
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: παραλαβή
  2. το να παραδίνεται κάποιος (πχ στον εχθρό ή ο καταζητούμενος στην αστυνομία)
  3. η διδασκαλία της επόμενης ενότητας από τον καθηγητή ή τον δάσκαλο
    το μάθημα αρχίζει με την εξέταση των διδαχθέντων και συνεχίζεται με την παράδοση
  4. συνήθεια που τηρεί επί πολύ χρόνο ένα σύνολο, πχ τα έθιμα μιας χώρας που διατηρούνται από γενιά σε γενιά
    η χώρα μας έχει μεγάλη παράδοση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]