παράδοση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παράδοση | παραδόσεις |
| γενική | παράδοσης & παραδόσεως |
παραδόσεων |
| αιτιατική | παράδοση | παραδόσεις |
| κλητική | παράδοση | παραδόσεις |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /pa.ˈɾa.ðɔ.si/
Ουσιαστικό [
]
παράδοση θηλυκό
- το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον, η μεταφορά ενός αντικειμένου σε κάποιον, το δόσιμο
- το να παραδίνεται κάποιος (πχ στον εχθρό ή ο καταζητούμενος στην αστυνομία)
- η διδασκαλία της επόμενης ενότητας από τον καθηγητή ή τον δάσκαλο
- το μάθημα αρχίζει με την εξέταση των διδαχθέντων και συνεχίζεται με την παράδοση
- συνήθεια που τηρεί επί πολύ χρόνο ένα σύνολο, πχ τα έθιμα μιας χώρας που διατηρούνται από γενιά σε γενιά
- η χώρα μας έχει μεγάλη παράδοση
[
]
Δείτε επίσης [
]
- παράδοση στα Βικιφθέγματα

Μεταφράσεις [
]
το να παραδίδεις κάτι σε κάποιον