παράνομος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παράνομος < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίθετο [
]
παράνομος -η -ο
- ο εκτός των ορίων του νομίμου, είτε λόγω έλλειψης των απαραίτητων προϋποθέσεων του νομίμου, είτε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων αλλά με παρουσία επιπλέον στοιχείων που καθιστουν ρητά το σύνολο παραβατικό του νόμου
- ο αντίθετος με τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμη κι αν δεν απαγορεύεται από τους νόμους
- είχε μια παράνομη σχέση με τη γραμματέα του
Μεταφράσεις [
]
παράνομος
Ουσιαστικό [
]
παράνομος αρσενικό