παρέα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παρέα < ισπανική, pareja
Ουσιαστικό [
]
παρέα
- φιλική συντροφιά, ομάδα φίλων
- θα βγω έξω με την παρέα μου
- η σχέση ανάμεσα σε φίλους που συναντιούνται συχνά, η κοινωνική συναναστροφή
- κάνουμε παρέα με τα παιδιά αυτά εδώ και κάτι μήνες
- (μεταφορικά) αντικείμενο που μας συνοδεύει και μας ψυχαγωγεί
Εκφράσεις [
]
- κάνω παρέα σε κάποιον: τον συντροφεύω, ιδιαίτερα σε στιγμές που χρειάζεται κάποιον δίπλα του για να μη νιώθει μόνος
Επίρρημα [
]
παρέα
- μαζί
- είμαστε παρέα με τα παιδιά