παρέμβαση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρέμβαση < παρεμβαίνω < παρά + εμ (< εν) + βαίνω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παρέμβαση θηλυκό

η παρέμβαση ξένων δημιουργεί συχνά προβλήματα στις σχέσεις
τεχνικές παρεμβάσεις σε ένα χώρο
  • η άποψη που μπορεί να εκφέρει κάποιος για ένα θέμα σε μια συζήτηση
τηλεφωνική παρέμβαση του υπουργού στο δελτίο ειδήσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]