παραβίαση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παραβίαση < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
παραβίαση θηλυκό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ρήματος παραβιάζω
- ενέργεια που αντιβαίνει σε νόμο, κανονισμό, συνθήκη
- η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων
- → δείτε τις λέξεις: καταστρατήγηση, παράβαση και αθέτηση
- η ενέργεια αυτή συνιστά κατάφωρη παραβίαση των εργασιακών δικαιωμάτων
- βίαιη παράνομη είσοδος σε ένα χώρο
- η παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου από τουρκικά αεροσκάφη
- Η αστυνομία βρήκε ίχνη παραβίασης στην μπαλκονόπορτα. Από εκεί θα μπήκαν οι κλέφτες.
- ενέργεια που αντιβαίνει σε νόμο, κανονισμό, συνθήκη