παραβγαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παραβγαίνω <
  1. παρα- (πολύ, υπερβολικά) + βγαίνω
  2. παρα- (δίπλα) + βγαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[]

παραβγαίνω

  1. βγαίνω πολύ, κάνω πολλές εξόδους για διασκέδαση
    παραβγήκα τον τελευταίο μήνα και ξεπαραδιάστηκα
  2. συναγωνίζομαι με κάποιον
    ποιος μπορεί να του παραβγεί στα μαθηματικά;

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]