παραμάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παραμάνα παραμάνες
γενική παραμάνας παραμανών
αιτιατική παραμάνα παραμάνες
κλητική παραμάνα παραμάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. παραμάνα < παρά + μάνα
  2. παραμάνα < βενετική paraman

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[]

παραμάνα θηλυκό

  1. (παρωχημένο) γυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά έναντι αμοιβής
  2. γυναίκα που έχει σαν επάγγελμα τη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση παιδιών, συνήθως σε μικρή ηλικία
    Άστραψεν η ανατολή, / κούνα, παραμάνα, το παιδί / και βρόντησεν η δύση, κούνα το παιδί/ μην τύχει και ξυπνήσει. (Στίχοι από το παραδοσιακό τραγούδι Άστραψεν η ανατολή)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

η παραμάνα

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[]

παραμάνα θηλυκό

  1. είδος καρφίτσας

32πχ Μεταφράσεις[]