παραμάνα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παραμάνα | παραμάνες |
| γενική | παραμάνας | παραμανών |
| αιτιατική | παραμάνα | παραμάνες |
| κλητική | παραμάνα | παραμάνες |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό 1 [
]
παραμάνα θηλυκό
- (παρωχημένο) γυναίκα που θήλαζε ξένα παιδιά έναντι αμοιβής
- γυναίκα που έχει σαν επάγγελμα τη φροντίδα και διαπαιδαγώγηση παιδιών, συνήθως σε μικρή ηλικία
- Άστραψεν η ανατολή, / κούνα, παραμάνα, το παιδί / και βρόντησεν η δύση, κούνα το παιδί/ μην τύχει και ξυπνήσει. (Στίχοι από το παραδοσιακό τραγούδι Άστραψεν η ανατολή)
Συνώνυμα [
]
Μεταφράσεις [
]
γυναίκα που φροντίζει παιδιά
Ουσιαστικό 2 [
]
παραμάνα θηλυκό
- είδος καρφίτσας
Μεταφράσεις [
]
καρφίτσα