παραπέμπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παραπέμπω < αρχαία ελληνική παραπέμπω < παρά + πέμπω

Open book 01.svg Ρήμα[]

παραπέμπω

  1. στέλνω κάτι ή κάποιον σε άλλον αρμόδιο
  2. οδηγώ τον αναγνώστη σε κάτι που έγραψε άλλος συγγραφέας για να στηρίξω τα λεγόμενά μου, κάνω μια παραπομπή
  3. κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι σχετικό με αυτό που ήδη ειπώθηκε
    Εξερευνώντας τον μύθο του μικρού αγοριού που αρνείται να μεγαλώσει, η ψυχαναλύτρια - συγγραφέας παραπέμπει στη δική της παιδική ηλικία (από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20 Νοεμβρίου 2005)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]