παραπέμπω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- παραπέμπω < αρχαία ελληνική παραπέμπω < παρά + πέμπω
Ρήμα [
]
παραπέμπω
- στέλνω κάτι ή κάποιον σε άλλον αρμόδιο
- οδηγώ τον αναγνώστη σε κάτι που έγραψε άλλος συγγραφέας για να στηρίξω τα λεγόμενά μου, κάνω μια παραπομπή
- κάνω κάποιον να σκεφτεί κάτι σχετικό με αυτό που ήδη ειπώθηκε
- Εξερευνώντας τον μύθο του μικρού αγοριού που αρνείται να μεγαλώσει, η ψυχαναλύτρια - συγγραφέας παραπέμπει στη δική της παιδική ηλικία (από άρθρο στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20 Νοεμβρίου 2005)