παραπομπή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παραπομπή | παραπομπές |
| γενική | παραπομπής | παραπομπών |
| αιτιατική | παραπομπή | παραπομπές |
| κλητική | παραπομπή | παραπομπές |
Ετυμολογία [
]
- παραπομπή
- αρχαία ελληνική παραπομπή
- μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική renvoi
Ουσιαστικό [
]
παραπομπή θηλυκό
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του παραπέμπω
- η αναφορά σε κάποιον ή κάτι
- η μεταφορά μιας υπόθεσης σε άλλο τμήμα ή υπηρεσία
- η ανακάλυψη νέων στοιχείων είχε ως αποτέλεσμα την παραπομπή της υπόθεσης στον εισαγγελέα
- (βιβλιογραφία) σημάδι που δείχνει ότι υπάρχει κάπου αλλού μία διευκρίνηση ή άλλη πληροφορία σχετική με το κείμενο
- (κατ' επέκταση) η σημείωση, το κείμενο σε κάποιο χώρο, εκτός του κανονικού κειμένου, στο οποίο αναφέρεται η παραπομπή (4)
Μεταφράσεις [
]
μεταφορά σε άλλη υπηρεσία
βιβλιογραφικός όρος
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παραπομπή | παραπομπές |
| γενική | παραπομπής | παραπομπών |
| αιτιατική | παραπομπή | παραπομπές |
| κλητική | παραπομπή | παραπομπές |
Ετυμολογία [
]
- παραπομπή < παραπέμπω
Ουσιαστικό [
]
παραπομπή