παρατηρητής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παρατηρητής | παρατηρητές |
| γενική | παρατηρητή | παρατηρητών |
| αιτιατική | παρατηρητή | παρατηρητές |
| κλητική | παρατηρητή | παρατηρητές |
[
]
Ετυμολογία
- παρατηρητής < αρχαία ελληνική παρατηρῶ
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pa.ɾa.ti.ɾi.ˈtis/
[
]
Ουσιαστικό
παρατηρητής αρσενικό
- το άτομο που παρατηρεί
- (ειδικότερα) ο επιστήμονας που παρατηρεί και καταγράφει την εξέλιξη ενός φαινομένου, τη συμπεριφορά μιας ομάδας ή ενός ατόμου, οτιδήποτε, γενικά, σχετίζεται με το αντικέιμενο της έρευνάς του
- (μειωτικά) το άτομο που αρκείται στο να παρατηρεί, χωρίς να αναλαμβάνει δράση
- κάποιος που παρακολουθεί κάτι, χωρίς να έχει κάποια επίσημη ιδιότητα ή δικαίωμα συμμετοχής
- (στρατωτικός όρος) το άτομο που εξετάζει τις εχθρικές κινήσεις
- επίσημος εντεταλμένος ενός κράτους ή ενός οργανισμού που συμμετέχει σε συζητήσεις επίλυσης προβλημάτων, χωρίς όμως να έχει δικαίωμα ψήφου ή δικαίωμα επικύρωσης των τυχόν συμφωνιών
- (πληθυντικός) οι αντιπρόσωποι διεθνούς οργανισμού, που με ειδική απόφαση μεταβαίνουν σε εμπόλεμες περιοχές, διασφαλίζοντας την εγκυρότητα διαφόρων διαδικασιών
- (αθλητισμός) το άτομο που με απόφαση της ομοσπονδίας παρακολουθεί ένα αθλητικό γεγονός και καταγράφει όσα διαδραματίζονται
[
]
- παρατήρημα
- παρατήρηση
- παρατηρητήριο
- παρατηρητέον
- παρατηρητικά (παρατηρητικώς)
- παρατηρητικός
- παρατηρητικότητα (παρατηρητικότης)
- παρατηρούμαι
- παρατηρώ
- παρατηρήτρια