παραχαϊδεμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παραχαϊδεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παραχαϊδεύω
[
]
Μετοχή
παραχαϊδεμένος -η -ο
- υπερβολικά χαϊδεμένος, που έχει μάθει να του κάνουν όλα τα χατήρια
[
]
Μεταφράσεις
παραχαϊδεμένος