παρκαδόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παρκαδόρος παρκαδόροι
γενική παρκαδόρου παρκαδόρων
αιτιατική παρκαδόρο παρκαδόρους
κλητική παρκαδόρε παρκαδόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρκαδόρος < παρκάρω πάρκινγκ + -αδόρος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παρκαδόρος αρσενικό, πληθυντικός: παρκαδόροι

  1. ο οδηγός που γνωρίζει να παρκάρει οχήματα σε χώρους προσωρινής στάθμευσης
  2. αυτός που επιμελείται τους παραπάνω χώρους (πάρκιν}

32πχ Μεταφράσεις[]