παρονομαστής
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παρονομαστής < μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική dénominateur
[
]
Ουσιαστικό
παρονομαστής
- το ένα από τα δύο μέρη του κλάσματος (το κάτω από τη γραμμή του απλού κλάσματος), ο αριθμός που εκφράζει σε πόσα μέρη διαιρείται κάτι.
- στο 1/3 το "3" είναι ο παρονομαστής και σημαίνει ότι κάτι χωρίζεται σε 3 μέρη από τα οποία παίρνουμε το 1 (αυτό που εκφράζει ο αριθμητής)
- (μεταφορικά) η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε
- είμαστε στον ίδιο παρονομαστή (δεν αλλάζει κάτι προς το καλύτερο, κάτι παραπάνω)
[
]
[
]
Μεταφράσεις
παρονομαστής