παροξυσμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική παροξυσμός παροξυσμοί
γενική παροξυσμού παροξυσμών
αιτιατική παροξυσμό παροξυσμούς
κλητική παροξυσμέ παροξυσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παροξυσμός < αρχαία ελληνική παροξυσμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

παροξυσμός αρσενικό

  1. κάθε αιφνίδιο, βίαιο ξέσπασμα
  2. (μεταφορικά) η μανία

32πχ Μεταφράσεις[]