παρωδία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παρωδία | παρωδίες |
| γενική | παρωδίας | παρωδιών |
| αιτιατική | παρωδία | παρωδίες |
| κλητική | παρωδία | παρωδίες |
Ετυμολογία [
]
- παρωδία < αρχαία ελληνική παρῳδία
Προφορά[
]
- ΔΦΑ : /pa.ɾɔ.ˈði.a/
Ουσιαστικό [
]
παρωδία θηλυκό
- σκωπτική παραποίηση σοβαρού λογοτεχνικού έργου
- γελοιοποίηση γεγονότος
- * παρωδία εκλογών