παρωχημένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : παρῳχημένος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική παρωχημένος παρωχημένη παρωχημένο
γενική παρωχημένου παρωχημένης παρωχημένου
αιτιατική παρωχημένο παρωχημένη παρωχημένο
κλητική παρωχημένε παρωχημένη παρωχημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παρωχημένοι παρωχημένες παρωχημένα
γενική παρωχημένων παρωχημένων παρωχημένων
αιτιατική παρωχημένους παρωχημένες παρωχημένα
κλητική παρωχημένοι παρωχημένες παρωχημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

παρωχημένος < αρχαία ελληνική παρῳχημένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παροίχομαι

Open book 01.svg Μετοχή[]

παρωχημένος, -η, -ο

  1. ο αναγόμενος στο παρελθόν, στα περασμένα
  2. που δεν χρησιμοποιείται πια ή δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα δεδομένα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ξεπερασμένος, απαρχαιωμένος
    παρωχημένη έκφραση, συσκευή παρωχημένης τεχνολογίας
  3. (γραμματική) (για ρηματικούς χρόνους) συντελεσμένος

32πχ Μεταφράσεις[]