πατ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πατ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πατ ουδέτερο άκλιτο
- (σκάκι) η περίπτωση που ένας παίκτης δεν διαθέτει καμία νόμιμη κίνηση αλλά ο βασιλιάς του δεν απειλείται (σαχ). Έτσι, ενώ στο ματ ο αγώνας λήγει αμέσως με νίκη του παίκτη που το πετυχαίνει, στο πατ η παρτίδα λήγει αμέσως με ισοπαλία.
[
]
Δείτε επίσης
- πατ στη Βικιπαίδεια
