πατάτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πατάτα | πατάτες |
| Γενική | πατάτας | πατατών |
| Αιτιατική | πατάτα | πατάτες |
| Κλητική | πατάτα | πατάτες |
Ετυμολογία
Προφορά
πατάτες σε πιάτο
Ουσιαστικό
πατάτα θηλυκό
- (Solanum tuberosum) ποώδες πολυετές φυτό, το οποίο καλλιεργείται για τον εδώδιμο κόνδυλό του
- ο εδώδιμος κόνδυλος του παραπάνω φυτού που έχει καστανή φλούδα, λευκή ή κίτρινη σάρκα. Συνιστά μία από τις πιο νόστιμες κι εύπεπτες τροφές
- (συνεκδοχικά) ο παραπάνω κόνδυλος, όταν μαγειρεύρεται, ή το φαγητό ή η γαρνιτούρα που παρασκευάζεται μαγειρεύοντάς τον
- (σκωπτικά) καθετί με χοντροκομμένο σχήμα
- (μεταφορικά) μεγάλο λάθος ή γκάφα
- (μεταφορικά) κάτι που δεν έχει αξία ή ενδιαφέρον
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Συνώνυμα
Δείτε επίσης
- πατάτα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
φυτό και κόνδυλος