πατέρας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός | |
|---|---|---|---|
| ονομαστική | πατέρας | πατέρες | |
| γενική | πατέρα | πατέρων | |
| αιτιατική | πατέρα | πατέρες | |
| κλητική | πατέρα | πατέρες | |
| 1. λόγια γενική ενικού:πατρός 2. κλητική ενικού: πάτερ (μόνο για ιερείς) |
|||
[
]
Ετυμολογία
- πατέρας < αρχαία ελληνική πατήρ (αιτιατική πατέρα)
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /pa.ˈtɛ.ɾas/
[
]
Ουσιαστικό
πατέρας αρσενικό
- άντρας που έχει γίνει γονιός, που έχει δηλαδή αποκτήσει ένα ή περισσότερα παιδιά
- ... ήταν καθισμένος ο Γιάννης, ο λεγόμενος Τουρκόγιαννος, αγνώστου πατρός, που δικαζόταν σήμερα για ληστεία και φόνο. (Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Ο Κατάδικος)
- (πληθυντικός) πατέρες: οι πρόγονοι
- (μεταφορικά) ο θεμελιωτής μιας επιστήμης
- προσφώνηση για ιερέα
[
]
Μεταφράσεις
πατέρας