πατέω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
- πατέω < πάτος ("η πεπατημένη οδός")
Ρήμα [
]
πατέω
- περπατώ, βαδίζω
- πατώ πάνω σε κάτι
- (για σταφύλια) πατώ, συνθλίβω με τα πόδια μου
- καταπατώ, δείχνω έλλειψη σεβασμού απέναντι σε κάτι
- λεηλατώ
- συχνάζω σε έναν τόπο
- (μεταγενέστερη ελληνική ) κατανικώ
- θανἀτῳ θάνατον πατήσας
[
]
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883